Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ (2017)








ΑΜΠΑΡΙ  1
ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ 


ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ


Τις νύχτες ταξιδεύουμε
λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι
κρυμμένοι  πίσω από  ξύλινα βαρέλια
περιμένουμε τους πειρατές
ν’ απλώσουν τα κλεμμένα
στο κατάστρωμα.

Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα
τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας
και το ασημένιο δακτυλίδι,
τ αστέρια που έπεσαν
τις καλοκαιρινές βραδιές
και το μεταξωτό μαντήλι της κόρης.

Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ αμπάρι
αναζητούμε  χάρτες με το νησί των θησαυρών
κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων.

Ύστερα κλέβουμε ρακί
μεθάμε μάταιες ελπίδες
και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες.



ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ


Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και  ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται  αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.



ΤΥΦΩΝΕΣ


Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά
βουλιάζουν καράβια

Οι τυφώνες στην  εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.



ΚΟΥΚΟΥΛΑ ΚΑΤΑΔΟΤΗ


Πρόσωπα θολά και σκοτεινά
σαν μαύρη κουκούλα καταδότη.
Χαράζουν μάγουλα παιδικά
χαράζουν τις ψυχές μας
σπέρνουν το θάνατο με μαχαιριές
σπέρνουν τον τρόμο των κρεματορίων
κατεδαφίζουν τα χαμόγελα
κατεδαφίζουν τις ελπίδες
σβήνουν από τη μνήμη τους
το συρματόπλεγμα που φύτεψαν
με ματωμένα χέρια του προδότη
σβήνουν ένα-ένα τα φωνήεντα
από τη λέξη ελευθερία
και την αφήνουν άφωνη
και κατακρεουργημένη.

Κι εμείς σαν θεατές
σε θέατρο του παραλόγου
στο τέλος της παράστασης
μια καταιγίδα θα μας πνίξει.



Η ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


Η πόλη κοιμάται
με το κεφάλι ακουμπισμένο
σ’ ένα τσουβάλι
παραγραφέντα όνειρα.

Τα χέρια της κρέμονται
στις γωνιές των δρόμων
ξόανα σε τάφους
αποτεφρωμένων λέξεων.

Λυσσασμένα σκυλιά
περιφέρουν το σώμα της
σε πικραμένες αυλές
και ξεραμένα  παρτέρια.

Όταν ανοίξουν τα μάτια
δεν θα ‘χει απομείνει δάκρυ.



Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Η πόλη απεγνωσμένα  φωτίζει το σκοτάδι της
με πολύχρωμα φωτάκια.
κι ο ουρανός της άστερος κι αφιλόξενος σε προσδοκίες
από ανάλγητες υποσχέσεις.

Οι λιγοστοί εραστές του φθινοπωρινού περιπάτου
ζυγιάζουν στο πλακόστρωτο
βήματα κι αβεβαιότητες από ανήμπορες λέξεις
των αρχόντων.

Οι διαδηλωτές απλώνουν στα ξύλινα κοντάρια
την απελπισία τους
κι η πόλη απεγνωσμένα αναζητά γενέθλια άνοιξη
μεσούντος φθινοπώρου.



ΝΑΥΑΓΙΑ


Οι μύθοι αργοσβήνουν
σε άστεγες ελπίδες
κι οι γοργόνες κολυμπάνε
σε νεκρές θάλασσες.
Δεν ρωτάνε πια αν ζεις
αλλά πόσες φορές πεθαίνεις.
Αν τις συναντήσεις μη φοβηθείς
και μην αλλάξεις δρόμο.
Δεν βουλιάζουν ναυαγισμένα καράβια.



ΙΣΚΙΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Μετράμε τους ίσκιους της σιωπής
με ασύμμετρα φωνήεντα
και γνέθουμε με μια αχτίδα φεγγαριού
λέξεις ασύμφωνες στο φως.

Κρύβουμε τη λύπη του μεσημεριού
στις άδειες μας τσέπες
για ν’ αγοράζουμε ψωμί
τις μαύρες ώρες του απομεσήμερου.

Το τραγούδι νότα παράνομη
δραπετεύει από τα χείλη
και χάνεται πίσω από τη γραμμή των οριζόντων
σαν κυνηγημένος μετανάστης.

Η κατεδάφιση πια αναπόφευκτη
κι η παράσταση φτάνει στο τέλος.



ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Μελαγχολικό το τραγούδι της νύχτας
με νότες που χορεύουν αργά και λυπημένα
γύρω από ‘να τραπέζι με σπασμένη σκιά
και ξεραμένα βότανα απλωμένα στα πόδια.

Σ’ ένα κάθισμα μια αρκούδα δραπέτης
από κείνο το παλιό ανεξήγητο όνειρο
κοιτάζει απορημένη τις κηρήθρες
και το μεγάλο μαχαίρι που καίει αίμα.

Τα άδεια ποτήρια αναζητούν οινοχόο
να γεμίσει τη μοναξιά με χρώματα
και δυο  χέρια να τα σηκώσουν ψηλά
πάνω από την ομίχλη του προσωπείου.

Οι μέρες γεμάτες από λέξεις και γραφές
παίζουνε  κρυφτό γύρω απ’ τις καρέκλες
και ζωγραφίζουν παιδικά χαμόγελα
στους γκρίζους τοίχους της γιορτής.



ΜΑΥΡΟΙ ΚΥΚΝΟΙ


Απόψε ο ουρανός
βρέχει λυπημένα χαμόγελα
και ξεθωριασμένα αστέρια
μουσκεύει το φεγγάρι
και στην υγρασία του
γεννιούνται μαύροι κύκνοι
που αναζητούν  νεραΐδες
μέσα σε παγωμένες σταγόνες
και όνειρα που σμιλεύτηκαν
να ζήσουν το απρόσμενο.



ΣΗΜΑΔΙ ΑΝΟΙΞΗΣ


Μελαγχολικό περπάτημα
κάτω από ένα τρύπιο ουρανό
που στάζει σκοτωμένα χελιδόνια
Λένε αυτοί που ερμηνεύουν τον καιρό
πως είναι το σημάδι της άνοιξης
που μας προσπέρασε

Κι η θάλασσα άδεια πενθεί
κάτω από μαύρα πανιά αιώνων.



ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩΝ


Λουλούδια αραδιασμένα
στις καρέκλες του μικρού καφέ.
Παιδιά με το γέλιο τους
σ όλα τα χρώματα της άνοιξης
έτοιμα να καταχτήσουν
τη χειμωνιάτικη ομίχλη
που άπλωσαν στα πόδια τους.
Δεν έχουν φαρέτρα και σπαθιά
τ’ άφησαν στο δωμάτιο των παιγνιδιών.
Έχουν στα χέρια τους βιβλία
και μέσα τους τη δίψα
να κρατήσουν στις χούφτες τη ζωή.
Ασπίδα τα δεκαεφτά τους χρόνια
και τα όνειρα που δεν τους χαρίστηκαν.

Τα όνειρα που τους στερήσαμε
Και μια συγνώμη που δεν δώσαμε.



ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ


Ζωγραφίζω μέρες
στον καμβά του γέλιου σου
κι αφήνω την ανάσα μου
να τις χρωματίσει
με πολύχρωμα φτερά
και κάτασπρα πανιά
για να σκίσουν ανάλαφρα
τη φορεσιά του αγέρα
ν’ αντέξουν το αρμένισμα
ως το νησί των πειρατών
με τις πολλές  σπηλιές
των θησαυρών
και των ονείρων.



ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Η ΝΥΚΤΑ


Όταν  πέφτει η νύχτα
οι σκιές στη πλατεία
αλλάζουν μορφές,
ξεσκονίζουν τα χαραγμένα
ανέκφραστα πρόσωπα τους,
φοράνε  μαύρο πουκάμισο
πάνω από τατουάζ φιδιών
και σε βρώμικα πεζοδρόμια
στους ήχους πλανόδιων μουσικών
χορεύουν  θάνατο
με το ίδιο πάντα
κλεμμένο χαμόγελο.



ΕΓΙΝΕ Η ΝΥΧΤΑ ΛΥΠΗ


Απόψε κρύφτηκε το φως
πίσω από νότες τραγουδιών
που σαν μαχαίρια  μ’ έγδαραν 
κι’ έγινε η νύχτα λύπη
γερμένη  σ ένα θλιμμένο νυχτολούλουδο
ν’ αναζητά κρυψώνα
μη της αγγίξει τις πληγές της σταύρωση
το πρώτο φως απ’ το ξημέρωμα
που αλλόκοτο ζυγώνει.

Απόψε κρύφτηκαν τα μάτια σου
σε σκοτεινές σπηλιές
μιας θάλασσας παράξενης
παλιό λημέρι πειρατών
και τυμβωρύχων των ονείρων,
Τ’  αγέρι στην ακρογιαλιά
δεν πρόλαβε να σε αγγίξει
μονάχα  ένα ξεχασμένο σύννεφο
σου χάρισε ένα δάκρυ. 



ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ


Οι σταγόνες του Σεπτέμβρη
ντυμένες με χρώματα της σιωπής
κυλάνε σαν τη θλίψη της βροχής
στους  άνυδρους δρόμους της νύχτας.

Κρατάνε στα ξεραμένα χέρια τους
φύλλα από σπασμένα χαμόγελα
και σάπια λείψανα μιας ομορφιάς
που άξαφνα ξεψύχησε στο χρόνο.

Μια μπάντα αποδημητικών πουλιών
απλώνει στα σύρματα τις νότες
από εκείνο το ταγκό του έρωτα
που δεν πρόλαβαν να χορέψουν .



ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΔΙΑΦΥΓΗΣ


Μίκραιναν οι λέξεις τις γραμμές
και τα τραίνα
μέσα στην ώχρα του χρόνου
άλλαξαν προορισμούς
με θέσεις της μιας διαδρομής.
Οι σηματοδότες
σε αποχρώσεις χαμένης παρτίδας
αναβοσβήνουν ερωτηματικά
κι οι κόκκινες σημαιούλες
ανεμίζουν αδέσποτους κινδύνους.
Στα βαγόνια
ελεγκτές με στολή στρατηγού
κλείνουν τις χαραμάδες
του παιγνιδιού.

Εισιτήρια διαφυγής
υπάρχουν ακόμα;



ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΧΑΡΤΟΚΛΕΦΤΕΣ


Παίζεις με σημαδεμένες
λέξεις
σαν τους παλιούς
χαρτοκλέφτες.
Αφήνεις κλεμμένους στίχους
στο τραπέζι,
πάντα σε σχήμα καρδιάς,
τους βαφτίζεις έρωτα
και κερδίζεις τη παρτίδα.
Χειροκροτείς τον εαυτό σου
για τη νίκη
ανεβαίνεις στο βάθρο
του νικητή
καμαρώνεις τη μοναξιά σου
και χάνεις το παιγνίδι
της ζωής.



ΣΕ ΚΛΟΙΟ Ε-Υ-ΦΟΡΙΑΣ


Στη πλατεία της ασυδοσίας
περίμεναν στην ίδια σειρά
ανυποψίαστοι αθώοι
κι ένοχοι εκ προμελέτης
να καταθέσουν στον ιερό βωμό
το υστέρημα ζωής
ή το περίσσεμα της αμαρτίας.
Οι ανίεροι εξεταστές
ντυμένοι στρατοδίκες
μοίραζαν ειρωνικά βλέμματα
με τα αγέλαστα τους μάτια.

Οι καταδίκες θα ακολουθούσαν.



ΚΟΚΚΙΝΗ HARLEY


Απόδραση
μ' ένα όνειρο στη τσέπη
σε μια Harley κόκκινη
να γίνω ένα με τον αγέρα.

Σε μια διαδρομή
χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις,
χωρίς το ανελέητο κυνηγητό
των πεπραγμένων.

Στην άσφαλτο
που θα κοχλάζει ερωτηματικά
σα καζάνι της κόλασης,
απάντηση καμιά.

Σε δυο ρόδες
θ' αναζητήσω τη ταχύτητα
που έχει το φως
πριν έρθει το σκοτάδι.

Η ελευθερία της ψυχής
σε μια βελόνα του καντράν
που όλο ανεβαίνει ν' αγγίξει
το τέρμα της ζωής.



ΑΜΠΑΡΙ  2

ΜΕ ΣΕΝΤΕΦΕΝΙΑ ΗΛΑΚΑΤΗ


ΜΕ ΣΕΝΤΕΦΕΝΙΑ ΗΛΑΚΑΤΗ


Χέρια απλωμένα
μέσα στη σκέψη και στα σωθικά
με τραβάνε  στις τέσσερεις
γραμμές  των οριζόντων
διαμελίζουν τις λέξεις μου
κι αφήνουν τα κομμάτια τους
μετέωρα να ταξιδεύουν.

Οι φλέβες τεντωμένες
τυλίγονται  γύρω απ το κορμί
που πάλλεται στην αγωνία
της αμφίβολης αναζήτησης
σε ουδέτερη ζώνη ανάμεσα
στη Πύλη του Αχέροντα
και μια μακρινή Ιθάκη.

Κι εσύ ακροβατείς
στη τεντωμένη γραμμή
που δένει τα σκοτάδια
με το θαλασσινό ξημέρωμα
και υφαίνεις με σεντεφένια ηλακάτη
στίχους από χρωματιστές κλωστές
με ρίμες μεταξένιες.




Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ


Πέρασαν πολλά φεγγάρια
μέσα σε σκοτεινές στοές
με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες
να έχουν ένα ερωτηματικό
στη θέση των ματιών
με τις λέξεις του έρωτα
να τρέχουν άδειες από φωνήεντα
και οι νύχτες να κρύβονται
σε αφιλόξενα κάστρα 
τυλιγμένες με παγωμένη αγρύπνια.

Σβήστηκαν πολλά αστέρια
μέχρι να έρθουν εκείνοι οι στίχοι
να φωτίσουν τη λεωφόρο που χάραξαν
στο όνομα του κόκκινου βασιλιά
και ξεφεύγοντας μέσα απ τα ράφια
κύλισαν μέχρι την άκρη των ονείρων
έβαψαν στο χρώμα του φιλιού το σκοτάδι
άνοιξαν παράθυρα από μελωδίες
κι άρχισαν να ξαναγράφουν το μύθο
που έμελλε να γίνει το σημάδι της αλήθειας.




ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ


Στη γραμμή τέσσερα
μετρά τα βαγόνια του συρμού,
αναζητά τον εαυτό της
να κάθεται σ’ ένα παράθυρο
και  ταξιδεύει στο  όνειρο
της μαγεμένης μελωδίας.

Ύστερα ξανά στο πόστο της
χαμογελά στους ταξιδιώτες
σαν  δίνει τα ρέστα απ’ τα  τσιγάρα
κι αφήνει το βλέμμα της θλιμμένο
να σβήσει πάνω στις γραμμές
με μια κλεμμένη σοκολάτα στο χέρι.

Το κορίτσι του σταθμού
κρυμμένο πίσω από κουτιά
ανοίγει το βιβλίο που κρατά
στο κεφάλαιο της αλήθειας
κι αγγίζει απαλά το λυκαυγές
των κρυμμένων του σελίδων .

Το τέλειωμα της μέρας
την βρίσκει στο άδειο παγκάκι
να ζωγραφίζει  ένα δικό της τραίνο
σαν το παιδικό δωμάτιο
που άπλωνε τα θέλω της
φωτογραφίες πάνω στους τοίχους.

Κι όταν τις νύχτες
πάλευε με τη σιωπή
δραπέτευε με το Πήγασο
στο πιο μακρινό αστερισμό
να κρύψει εκεί τα χρόνια της
κι όλους τους στίχους της αγάπης.



ΝΥΧΤΟΛΟΥΛΟΥΔΑ


Απρόσμενη η σιωπή
σμίγει με της νύχτας
το μαύρο μαντήλι
σ ένα αργό στροβίλισμα
από νότες νοσταλγικές
ενός ξεκούρδιστου πιάνου.

Άφωνες οι λέξεις
σμίγουν συνωμοτικά
κάτω από μπαλκόνια
όπου κάποτε Ιουλιέτες
έδωσαν όρκους αγάπης
και δεν ήπιαν φαρμάκι.

Απορημένοι οι Ρωμαίοι
αυτόχειρες εραστές
στο ερωτικό λυκαυγές τους
τυλίγουν  την ανάσα τους
σε αμφίβολα πορίσματα
και ντύνονται νυχτολούλουδα.



ΓΩΝΙΑΚΟ ΚΑΦΕ


Κάθισε στο γωνιακό καφέ
όπως κάθε πρωί
να φορτώσει
στη μέρα του ώρες
στα όνειρά του πικρή καφεΐνη
στη σκέψη του ασημένια δακτυλίδια καπνού.
Το κορίτσι στάθηκε δίπλα του
με μισοσβησμένο χαμόγελο
στο χρώμα του δέρματός της.
Κοίταξε στο κασελάκι
που κρεμόταν από το λαιμό της
σαν τεράστιο αρχαίο περιδέραιο.
Δεν πουλούσε χρόνο
δεν πουλούσε νοερές περιπλανήσεις
δεν πουλούσε στιγμές.



Σ’ ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ


Πίνει τη μοναξιά
στο μπαρ
μ ένα ποτήρι στο χέρι.

Λικνίζεται στις νότες
του ονείρου
και το κορμί της ρυθμός ερωτικός.

Ψιθυρίζει τα τραγούδια που μιλούν
γι  αγάπη
κι η σκέψη σε ταξίδι αναπόλησης.

Παρατηρεί  τους θαμώνες
τάχα αδιάφορα
με βλέμμα πάντα λυπημένο.

Αναζητά μια συντροφιά
γι απόψε
ή για το πάντα της ζωής.

Σμίγει το δάκρυ της
με το ποτό
να σβήσει την αιώνια θλίψη.




ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ


Η αλήθεια είναι γένους θηλυκού
σα τη πανσέληνο
λάμπει μες στο σκοτάδι
και σε προσελκύει
στις ακτινοβόλες διαδρομές της
η χάνεται πίσω από αόρατα πέπλα
αφήνοντας άληστες εικόνες
κι ένα διαρκές  πάθος αναζήτησης.

Η αλήθεια είναι γένους θηλυκού
οριοθετημένου προορισμού
και καθορισμένης ρότας.
Ο δρόμος της σε οδηγεί
στη μετουσίωση του ονείρου
κι οι αμφιταλαντεύσεις αδιέξοδες.
Η άρνηση, έγκλημα καθοσίωσης.
Η αποδοχή, ένα ταξίδι ζωής στο φως. 



Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Ο φαροφύλακας του σύμπαντος
αιώνες τώρα ανάβει κάθε σούρουπο
τον λύχνο  στο βορεινό αστέρι
εκεί στο σταυροδρόμι του απείρου
που συναντιούνται οι ψυχές
σαν ταξιδεύουν στη καταχνιά
ψάχνοντας για κατάλυμα αγάπης. 

Ο φαροφύλακας του σύμπαντος
με τ’ άσπρα γένια ως το γόνατο
κάθεται αμίλητος και σκυθρωπός
και μόνο σαν ανταμώσουν δίπλα του
μάτια γεμάτα από τη δίψα του έρωτα
χαμογελά και δείχνει με το βλέμμα
το δρόμο για το δικό τους γαλαξία.



ΓΥΝΑΙΚΑ


Μιλάς με τη σιωπή των αστεριών
που λαμπιρίζουν στα σκοτάδια
 και γράφεις στη ουρά του φεγγαριού
που σβήνει σε θάλασσες γαλήνιες.

Ζωγραφίζεις σε παιδικό χαμόγελο
με χρώματα του ουράνιου τόξου,
και πλέκεις σε αρχαίο αργαλειό
με ηλακάτη από νότες και στίχους.

Στα περάσματα των αστερισμών
μέσα σε ουράνιες μελωδίες
εκεί που λούζονται νύμφες και θεές 
βαφτίζεσαι να  ξαναγεννηθείς γυναίκα.




ΤΑNGO ARGENTINO


Κόκκινη φλόγα
στροβιλίζεται στους ρυθμούς
ενός tango argentino
και φλεγόμενες καρδιές
καίγονται
στους εξώστες του μεσονυκτίου.
Εσύ αιωρείσαι αγέρωχη
πύρινη οπτασία.



ΗΛΕΚΤΡΑ


          στις νότες της Θέσιας Παναγιώτου

Λικνίζεται στην κόψη
της μνημοσύνης
κρατά το αρχέτυπο ποτήρι
της εκδίκησης
αναζητά το φως
στην ηδονή των δακρύων
και βάφει το σκοτάδι
με κόκκινες αστραπές
από αίμα
Σε χρόνο άχρονο
την ονόμασαν Ηλέκτρα



ΓΟΡΓΟΝΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ  

                 
Σαν έσμιξε το κύμα
με την ουρά του φεγγαριού
η μικρή γοργόνα της σιωπής
ακούμπησε το δάκρυ της
στο σκοτεινό κατάστρωμα
του πιο μεγάλου καραβιού,
εκεί που  επίορκοι στρατηγοί
έστησαν το βωμό της
και χάθηκε στο πέλαγο
ελεύθερη και χαμογελαστή
ν αναζητήσει μια άλλη γη
να της χαρίσει την αγάπη
γιατί αυτή ποτέ δεν θέλησε
θυσία να γίνει στην Αυλίδα.



ΝΗΡΗΙΔΕΣ


Σαν το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά
κι άπλωσε πάνω στη θάλασσα
το πέπλο του το χρυσοκίτρινο
βγήκαν οι Νηρηίδες λικνιστές
χορεύοντας πάνω στο κύμα
τον έρωτα και την αγάπη.

Η Κυμοθόη με την άρπα της,
η Γλαύκη στο τραγούδι
κι η θεϊκή Γαλάτεια
σέρνει πρώτη το χορό.

Τα βήματα τους αέρινα,
ο ρυθμός μες στο κορμί τους,
σε κάθε στροφή τα χέρια τους
αγγίζουνε τ’ αστέρια.

Ένας χορός ερωτικός
που κράτησε αιώνες
κι είναι ακόμα εκεί
πάνω στα κύματα θα τις δεις
να παίζουνε τα βράδια με τ’ αστέρια
και τις μοναχικές ψυχές να γαληνεύουν.



ΜΕΣΟΝΥΧΤΙ


Ένα βιβλίο ανοικτό
στα πόδια σου
κι εσύ ταξιδεύεις
σ απόκρυφους πολιτισμούς
παίζοντας με τις λέξεις.
Μια πεταλούδα πολύχρωμη
κάθεται στα μαλλιά σου
νομίζοντας είσαι η άνοιξη.
Κάπου μακριά ένα ακορντεόν
στολίζει τις σελίδες
κι ένα φως αχνό
χορεύει μπρος στα μάτια σου
στη ράχη της βελόνας
που δείχνει μεσονύχτι.




ΑΝΤΙΦΕΓΓΙΣΜΑ


Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα αστέρι ροδοπέταλο
που ξημερώνει ανατολή
πριν γεννηθεί ο ήλιος
το πρώτο φιλί
στα χείλη του καλοκαιριού
πριν χαράξει η μέρα
το σκίρτημα
του ερωτευμένου ονείρου
που αναζητά το φως
πριν ανοίξουν τα μάτια

Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα ασημένιο δάκρυ
σε νυχτερινή πολιορκία
που κυλά στις χορδές τ’ ουρανού
και αφήνει ήχους μουσικούς
να γίνουν κελάδισμα αηδονιού
τραγούδι εωθινό και μελωδία
αέναο σφιχταγκάλιασμα
σ ένα μοναδικό χορό
αρχέγονο, ερωτικό
στο πλάτωμα του Αποσπερίτη.




ΔΡΟΜΟΙ  ΔΑΚΡΥΩΝ


Δρόμοι των δακρύων
σε μια κέρινη μάσκα σιωπής
σ ένα πρόσωπο ανέκφραστο
στον καθημερινό συρφετό
με μάτια παγωμένα και θαμπά
και γυάλινες φλέβες άχρωμες.

Κι όταν οι λέξεις του έρωτα
ανάψουν μια μικρή φωτιά
το κερί λιωμένο κυλά
το αίμα γίνεται ποτάμι
κόκκινο ορμητικό
και τα μάτια δακρύζουν.

Δρόμοι των δακρύων
κι η έκρηξη συναισθημάτων
ηφαίστειο ενεργό



ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ 


Τα πρόσωπα
χωρίς σκοτάδι  στο περίγραμμα
χωρίς τη φθαρμένη μάσκα του χρόνου
πλέκουν λέξεις καθημερινές
κάτω από το μανδύα της θεάς
που ανεμίζει μέσα στους αιώνες
τη τελετουργία του έρωτα.

Τα μάτια
ακολουθώντας τη πορεία της ιστορίας
σμίγουν κάτω από κάστρα και πύργους
αλώνουν τα σημάδια της αγωνίας
και  βάφουν τα όνειρα
με μελωδίες σε κλίμακα
ουράνιων  χρωμάτων.



ΜΕΡΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


I

Σμίξαμε το μεσονύχτι
κάτω απ’ το φέγγος των Πλειάδων
στην άπλα τ’ ουρανού
ανταλλάξαμε φιλιά κι αστέρια
κι ο Αύγουστος μας χαμογέλασε
πίσω απ τα φεγγάρια του

δέσαμε κόμπο στα μαλλιά
τους όρκους της Αφροδίτης
και με το σπαθί του Ωρίωνα
χαράξαμε ένα δικό μας θόλο
του έρωτα το φτερωτό άλογο
να μας χαμογελά τις νύχτες.



II

Το θαμπό πρωινό
του Αυγούστου
αγκαλιάζει νωχελικά
κάτω από ένα σεντόνι σύννεφο
την αγουροξυπνημένη
μοναξιά.
Σε χάρτινα καραβάκια
πολύχρωμες σκέψεις
αφήνονται σε ακύμαντη
θάλασσα.
Αράζουν στα πόδια
της θεάς του έρωτα
και χαράσσουν
στο μαξιλάρι της προσμονής
το φιλί.



III

Κόψανε στη μέση
τον Αύγουστο
κι ο έρωτας κύλισε
καυτή κόκκινη άσφαλτος
σε χαραγμένους δρόμους.

Μισός ν’ ανθοβολεί
από το γέλιο σου
κι ο άλλος να φουντώνει
μες στη φωτιά
από το άγγιγμα σου.



IV

Οι μέρες
κυλάνε γεμάτες
ζεστό Αύγουστο
και θαλασσινό μελτέμι.

Οι στιγμές
σβήνουν  ξαναναμμένα
κύματα έρωτα
σε άμμο υγρή και λείες πέτρες.

Η  πρωινή αύρα
πάθος αδρόσιστο
φουντώνει Όστρια
σε ερωτευμένες αγκαλιές

Κι οι νύχτες μας μετέωρες
αναζητούν αστερισμό λιμάνι.