ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ




Η ματαίωση του ονείρου στην ποίηση του Ανδρέα Καρακόκκινου


Η ποίηση του Καρακόκκινου («λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», ένεκεν 2017) είναι μία ζεύξη ανάμεσα στο χαμένο και το υπάρχον, ανάμεσα στον αγώνας στη ζωή και τον θάνατο ως αντιθετικά ζεύγη, συνδέοντας την παιδική ηλικία της απώλειας της πατρίδας με την απώλεια στο παρόν. Η μνήμη και η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο κατέχουν σημαντική θέση στην ποιητική του. Τόσο οι «λεμονανθοί στο πέλαγο» όσο και η «πνοή της άνοιξης» έχουν έντονα τα χαρακτηριστικά του «βιώματος της ιθαγένειας».
Με έναν ποιητικό λόγο που κυλά αβίαστα κι αυθόρμητα, μα με έντονο το στοιχείο της δραματικότητας και την υποδόριας ποιητικής ειρωνείας, ο Καρακόκκινος αφήνει να κυλήσουν συναισθήματα που γεννά η κοινωνική παρακμή και η απώλεια με την ματαίωση.
Μακριά από την ποιητική καταγγελία, με ευθύτητα ο δημιουργός καταθέτει τις υπαρξιακές αγωνίες μίας κοινωνίας που παλινωδεί ανάμεσα στην ελπίδα και τη μοιρολατρία. Με ρεαλισμό και ήπιους τόνους νοσταλγεί την εποχή που οι άνθρωποι ονειρεύονταν, ταξίδευαν σε ήσυχες θάλασσες δίχως να φοβούνται τα συνεχή ναυάγια της ζωής. Και αυτή ακριβώς η οπτική του για τη ματαίωση και το όνειρο δίνει την κοινωνιοϋπαρξιακή διάσταση της ποιητικής του.
Η ποιητική ειλικρίνεια ισορροπεί με τον πόνο και την ευαισθησία του. Μακριά από την πολιτική ρητορεία και τον βερμπαλισμό, ο ποιητής καταθέτει τις αγωνίες του για μία κοινωνία απάνθρωπη και κανιβαλιστική. Τα πολλαπλά τραύματα του παρόντος δεν μπορούν να αφήσουν ασυγκίνητο τον ποιητή όπως δεν τον άφησε το τραυματικό παρελθόν του τόπου του.
Στην ποίηση του Καρακόκκινου έντονο είναι το στοιχείο της ματαίωσης. Άλλωστε, η ματαίωση και η ανατροπή έχουν βαθιά παρουσία στη στιχουργική του Καρακόκκινου, καθώς συνδέονται τόσο με την καταγωγή του όσο και με την κοινωνική οπτική του. Σχεδόν σε όλη τη συλλογή η ανατροπή του ονείρου (λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, χωρίς ενοχές, η πόλη κοιμάται, μελαγχολικό τραγούδι, μαύροι κύκνοι, δεκαεφτά χρονών, έγινε η νύχτα λύπη, κόκκινη Harley, η λεωφόρος του κόκκινου βασιλιά) και η κατάρρευση της ελπίδας (ναυάγια) ή της ασφάλειας -με την κοινωνιοψυχολογική της διάσταση- είναι κυρίαρχες. Η αβεβαιότητα, το άπιαστο και το απρόσμενο διαστέλλουν τη μελαγχολική διάθεση, δίχως όμως να περιορίζει την αμεσότητα της στιχουργική του.
Έντονη είναι η αγωνία του ποιητή για την νεότερη γενιά. Το γέλιο των παιδιών (ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης, μελαγχολικό τραγούδι, δεκαεφτά χρονών, γυναίκα) και τα χρώματα (δεκαεφτά χρονών, στο νησί των πειρατών) στο μουντό κοινωνικό τοπίο απλώνουν μία αχλή αισιοδοξίας στη στιχουργική του. Σε αυτά τα παιδιά, άλλωστε, είναι που αποδίδει και μία οφειλόμενη συγγνώμη (δεκαεφτά χρονών) για τα όνειρα που τους στέρησαν οι μεγάλοι. Ακόμα και η διάθεση για ανατροπή, όπως εκδηλώνεται χωρίς εξάρσεις (η λεωφόρος του κόκκινου βασιλιά, ίσκιοι της σιωπής, ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης), εκφράζει μία συγκαλυμμένη αισιοδοξία. Και ταυτόχρονα θλίβεται για τον πόλεμο, τους απόκληρους και τους πρόσφυγες (τυφώνες, χωρίς ενοχές, κουκούλα καταδότη, ναυάγια).
Η έκφρασή του θεμελιώνεται σε μία γραφή απλή και φαινομενικά ανεπιτήδευτη. Μέσα από το λιτό ύφος αναδύονται μεταφορές (στο νησί των πειρατών, μαύροι κύκνοι, το κορίτσι του σταθμού, ο φαροφύλακας του σύμπαντος, γυναίκα) και παρομοιώσεις (έγινε η νύχτα λύπη) που διαστέλλουν μέσα στην ποιητική περιγραφή (όταν πέφτει η νύχτα, μελαγχολικό τραγούδι, σημάδι άνοιξης) το συναίσθημα, εξακοντίζοντας τις αγωνίες του ποιητή βαθιά στην καρδιά του αναγνώστη/ακροατή. Αρνήσεις (ναυάγια, η πόλη κοιμάται, γωνιακό καφέ, γοργόνα της σιωπής) και αντιθέσεις (το κορίτσι του σταθμού, τυφώνες, κουκούλα καταδότη) διαπνέουν όλη την ποιητική του. Ο Καρακόκκινος δεν ξεχνά, εξάλλου, πως η ποίηση είναι ακουστική τέχνη με στόχο να τέρψει.
Με όχημα τη λιτότητα του προφορικού λόγου προσδίδει στα κοινωνικά στιγμιότυπα υπαρξιακές αγωνίες (εισιτήρια διαφυγής, μελαγχολικό τραγούδι, σε κλοιό ε-υ-φορίας, το κορίτσι του σταθμού). Το συχνό α' πληθυντικό (λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, ίσκιοι της σιωπής, δεκαεφτά χρονών, κουκούλα καταδότη) ενισχύει ως συλλογικό υποκείμενο τον κοινωνικό χαρακτήρα της ποίησής του. Την ίδια στιγμή το β' ενικό ως αντικείμενο έρωτα δημιουργεί μία σκηνικότητα στον ποιητικό χώρο (δεκαεφτά χρονών, tango argentino, Νηρηίδες, αντιφέγγισμα, νυχτολούλουδα μεσονύχτι, κουκούλα καταδότη).
Η απογοήτευση (μαύροι κύκνοι) και η μελαγχολική του διάθεση (σημάδι ανοίξης, μελαγχολικό τραγούδι) αντικατοπτρίζουν την ευρύτερη κοινωνική ψυχολογία της εποχής μας. Και τούτη η διάθεση αισθητοποιείται συχνά με το σκοτάδι και το θολό τοπίο (ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης, η πόλη κοιμάται, κουκούλα καταδότη, λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, όταν πέφτει η νύχτα, έγινε η νύχτα λύπη, η λεωφόρος του κόκκινου βασιλιά) και όρους σχετικούς με τον θάνατο (ναυάγια, τυφώνες, σημάδι άνοιξης, η πόλη κοιμάται, όταν πέφτει η νύχτα) ή την καταστροφή (τυφώνες, ίσκιοι της σιωπής).
Ας σημειώσουμε πως το ταξίδι και η δραπέτευση αποτελούν έναν βασικό πυλώνα της ποιητικής του (το κορίτσι του σταθμού, κόκκινη harley, ναυάγια, λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι). Η δε θάλασσα συχνά αποτελεί επενδύει συμβολικά κι εικαστικά αυτό ακριβώς το συναίσθημα της ματαίωσης (τυφώνες, λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, στο νησί των πειρατών, σημάδι ανοίξης, σε σεντεφένια ηλακατη, γοργόνα της σιωπής, Νηρηίδες, μέρες Αυγούστου).
Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως η ποίηση του Καρακόκκινου είναι εικονιστική. Το συναίσθημα και το στοχαστικό υλικό αναδύονται με φυσικότητα μέσα από τη λιτή εικονοποιία του. Τα σκοτεινά του κάδρα με το λιγοστό φως –συνήθως από άστρα– είναι συνυποδηλωτικά του ποιητικού του ψυχισμού. Η μοναξιά και η κατάρρευση, η θάλασσα με τα ναυάγια της και τα χαμένα όνειρα εκτίθενται στο σκοτεινό του καναβάτσο με μία θλίψη που σκουραίνει τη διάθεσή του, σαν τα χαμόγελα των απόκληρων (γωνιακό καφέ, το κορίτσι του σταθμού).
Μα αυτό που ξεχωρίζει στην εικαστική του Καρακόκκινου πλάι στον μεταφορικό λόγο είναι η προσήλωση του ποιητικού του φακού στο πρόσωπο που περιγράφει αποτυπώνοντας με λιτό ρεαλισμό τη μοναξιά ή τη βουβή απογοήτευση μέσα στον δημόσιο χώρο.
Αξίζει όμως να τονίσουμε την αδυναμία του ποιητή στη μουσική και τον χορό ως λεκτικές επιλογές στον στίχο του. Ο χορός εντοπίζεται συχνά στη στιχουργική του είτε συγκεκριμένα σαν ταγκό (σταγόνες του Σεπτέμβρη, tango argentino) ή με το ρήμα χορεύω και παράγωγά του (Νηρηίδες, μεσονύχτι, όταν πέφτει η νύχτα) και άλλοτε ως υπονοούμενο με ένα στροβίλισμα (νυχτολούλουδα) ή λίκνισμα (Ηλέκτρα, σε ένα ποτήρι μοναξιά), κυριολεκτικά ή συνυποδηλωτικά (όταν πέφτει η νύχτα, Ηλέκτρα, μεσονύχτι). Αναλόγως μελωδίες (στον κήπο του μουσείου, όταν πέφτει η νύχτα) και τραγούδια (Νηρηίδες, σε ένα ποτήρι μοναξιά, ίσκιοι της σιωπής) ή νότες (νυχτολούλουδα, έγινε η νύχτα λύπη, γοργόνα της σιωπής) ενδύουν τη στιχουργική του προσφέροντας μία κυριολεκτική ή συνυποδηλωτική (μελαγχολικό τραγούδι, σταγόνες του Σεπτέμβρη) ακουστική ζωντάνια στον ποιητικό του κάδρο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου